Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Στελιανός Καλογεράκης(Κατσαντωνόπουλο)




ΚΡΗΤΙΚΑ ΝΕΑ


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2010





Στελιανός Καλογεράκης
(Κατσαντωνόπουλο) (1907-2008)
0 Βετεράνος του 40, της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου, που έφυγε


Συμπληρώνονται δύο χρόνια από την αναχώρηση για την αιω­νιότητα του Καπετάν Στελιανού. Μιας χαρακτηριστικής κρητικής φυσιογνωμίας, με αισθητή την παρουσία της στο πέρασμα από τη ζωή. Έζησε όλα του τα χρόνια στο χωριό του τον Άγιο Ιωάννη Αμαρίου, εκτός από τους μήνες που πολέμησε στην Αλβανία. Από νήπιο έμεινε ορφανός από πατέρα, χωρίς ποτέ να τον έχει δει ούτε και σε φωτογραφία, σε εποχές δύσκολες για ορφάνια. Έφε­ρε μέσα του ατόφιο το μαντέμι του γνήσιου κρητικού ήθους, όπως το είχε παραλάβει απ' τους προγόνους του και το μετέδιδε και στους νεώτερους. Ψηλός, στεγνός, αρρενωπός, μαυριδερός, κυπαρισσένιος, χοντροκόκαλος και φαρδοκουταλάτος, με κορακάτα ίσια μαλλιά και μουστάκι μακρύ, που κατέληγε στριμμένο σαν την ουρά του καλαντούρου. Με σβελτοσύνη Ψηλορειτιανού αγριόγατου στις κινήσεις του και στο χορό. Μάτια γερακιού στο κοίταγμα του, που έστελναν αστραπιαίως τα μηνύματα στο σκλη­ρό δίσκο του εγκεφάλου και έβγαζε γρήγορα συμπεράσματα. Ετοιμόλογος και αξιοπρεπής, ξεχείλιζε από νιάτα και ζωή στην ακμή του.
Καύχημα του ήταν οι πατροπρόγονοί του. Ο καπετανοκαλόγερος της Ι. Μονής Ασωμάτων Αμαρίου, Μητροφάνης και οι δύο πρωτομπαρπάδες του, που πέθαναν στις φυλακές, γιατί σκότω­σαν Τούρκους. Ο Μητροφάνης ηρωική μορφή. Βλέποντας τα δει­νά των συμπατριωτών του δεν άντεξε. Συλλογίστηκε πως καλό είναι το αρνί, μα όταν έχεις γύρω σου λύκους, όπως οι Τούρ­κοι, καλύτερο είναι το λιοντάρι. Έτσι εμπλέκεται στην Κρητική επανάσταση του 1821, επικεφαλής σώματος επαναστατών. Μετά την καταστολή της, περνά στην Πελοπόννησο μαζί με άλλους, ηγείται Κρητών και συνέχισε τον αγώνα. Επιστρέφει στο μονα­στήρι του αργότερα και σκοτώνει τον Αγά από το Βαθιακό που ερχόταν στο χωριό του και ενοχλούσε. Γίνεται ο φόβος και ο τρό­μος των γνωστών για την αγριότητα τους Αμπαδιωτών Τούρκων, όπως μαρτυρούν οι ιστορικές πηγές της εποχής. Πολλές χανούμισσες είχε αφήσει χήρες και τουρκόπουλα ορφανά, που πίεζαν για τον ξολοθρεμό του. Επικηρύσσεται, γίνεται χαίνης και κατα­διώκεται από τα ειδικά αποσπάσματα που κατέφθασαν από το Μεγάλο Κάστρο. Η ανδρειοσύνη του γίνεται τραγούδι: "Αυτό δεν είναι αντρειά, μονόναι τουρτουλούσι, να κυνηγούν Καλόγερο εφτά χιλιάδες Τούρκοι". Σε ενέδρα όμως των νιζάμηδων έξω από το μοναστήρι του τραυματίζεται, κόβουν το κεφάλι του, το κρα­τούν ως τρόπαιο, περνούν από το χωριό του και ρωτούν τις γυναί­κες που συναντούν αν αναγνωρίζουν την κεφαλή. Η δύστυχη μάνα του με κραυγές τους δίνει την ηρωική απάντηση: "Ποιος σκύλοι, δε γνωρίζει την κεφαλή του παιδιού του; Μα ήττα θαρρεί­τε; Πως εσκοτώσετε τον Μητροφάνη θα χαθεί η Χρισπανότης; Όχι δεν χάνεται." 'Ηταν ο άλλος "Ξωπατέρας" της Μονής Ασω­μάτων. Απ' αυτόν γίνεται και το επώνυμο των συγγενών του Καλό­γερου, Καλογεράκης.
Είχε περάσει στο DNA του Καπετάν Στελιανού αυτό το ήθος, μεγαλώνοντας με τέτοιες ιστορίες από μικρό παιδί και μαθαίνο­ντας από νωρίς τα τσαλίμια της αντρειάς, γι' αυτό και συνέχισε στην ίδια πορεία. Έζησε τη φρίκη του ελληνόίταλικού πολέμου, οργανώθηκε στην αντίσταση, διακινδύνεψε στην θύελλα του εμφυλίου. Αισθάνθηκε επανειλημμένα τα χνώτα του χάρου δίπλα του, όπως όταν είδε να γίνονται κομμάτια οι συμπολεμιστές του στην Αλβανία, από εχθρική βόμβα, στο μέρος από το οποίο πριν από λίγο είχε απομακρυνθεί.
Στήνεται για εκτέλεση στην εκκλησία του χωριού του, από τους Γερμανούς, μαζί με τον πρωτοξάδελφό του, Παπά- Στελιανό, για­τί τους αντιλήφθηκαν ότι υπέδειξαν τρόπο διαφυγής σε εγκλωβι­σμένο αντιστασιακό. Δεν τα χάνει, ανπδρά και ακυρώνεται η εκτέ­λεση. Ο άντρας πρέπει να βγάζει αντρέ σε κάθε σπγμή, ακόμα και μπροστά στο θάνατο, έλεγε.
Προδίδεται στους Γερμανούς, ότι περιθάλπει στο σπίτι του επι­κηρυγμένους ανπστασιακούς. Κυκλώνεται το σπίπ του τη νύχτα από τις κατοχικές δυνάμεις και πείθει τον επικεφαλή ότι ξέρει που μένουν και φεύγουν για έρευνα δήθεν.
Γερμανός αξιωματικός άλλοτε, βρίσκει χειροβομβίδες στο σπίτι του και δεν τον εκτελεί. Υπήρχαν και Γερμανοί Αξιωματικοί που δεν ήταν Ναζιστές. Τους Γερμανούς, έλεγε τους είχα ψυχολογή­σει, γι' αυτό και τους έπαιζα στα δάκτυλα μου. Αν σε έβλεπαν φοβισμένο, σε θεωρούσαν ύποπτο και τίποτα να μην είχες κάνει και σε άρχιζαν τα βασανιστήρια. Αν ψύχραιμο και αεράτο δεχό­ταν τις έξυπνες δικαιολογίες και τη γλίτωνες
Οργανώνει τη διαφυγή της Μπαντουβού(γυναίκα του οπλαρχηγού Μπαντουβά), που μήνες κρυφώταν στο αρχοντόσπιτο του θείου του Καλογεροσταύρου, όταν πλέον είχε προδοθεί η διαμονή της στο χωριό και είχαν αρχίσει έρευνες οι Γερμανοί..
Πηγαίνοντας σφαίρες στο ντορβά με την κάτασπρη φοράδα του, στους Βοσκάκιδες στη Νίθαυρη, που ήταν στην αντίσταση, απ' τις εκατοντάδες που είχε φέρει στην πλάτη του απ' την Αλβα­νία, συναντάται με Γερμανικό απόσπασμα. Καμαρώνουν την περιστερή φοράδα του με τον τοξωτό λαιμό, την πλούσια χαίτη και τα πλουμιστά σελοσκαλοχάλινά της. Τη χαϊδεύουν ακουμπούν στον ντορβά, χωρίς να αντιληφθούν το περιεχόμενο του. Η παροιμιώ­δης αυτοκυριαρχία του, το θάρρος και η ευστροφία του, τον βοη­θούσαν να γλιτώνει από τα αγκαλιάσματα του Χάρου στις δύσκο­λες αυτές εποχές.
Κατεβάζει και καταστρέφει μια χειμωνιάτικη νύχτα, τη μεγάλη Γερμανική σημαία απ' την Α'ίγιαννιώτικη κορφή, που δέσποζε σαν σύμβολο κατοχής, από το Λιβυκό πέλαγος και τον κάμπο της Μεσσαράς μέχρι τον Ψηλορείτη και το Κέντρος και πείθει το Γερ­μανό αξιωματικό στη συνέχεια ότι ήταν τυχαίο γεγονός και όχι σαμποτάζ για να μην προβούν σε εκτελέσεις στο χωριό και έχει το κρίμα στο λαιμό του.
Τρώει και πίνει με αντάρτες και Εγγλέζους κατασκόπους στον οντά του, και στο ισόγειο καταφθάνουν χωρίς να το αντιληφθούν Γερμανοί, που τον ζητούν ως πρόεδρο. Ακούει τη γυναίκα του, την πραγιά, αρισμαροβιτσοβεργάτη και καλατρούσα Στελιανή, όπως της τραγουδούσε, να τον ειδοποιεί. Πώς άντεξε η κακομοί­ρα και δεν έσπασε η καρδιά της, 73 χρόνια μαζί του να ακούει δίπλα της το βρυχηθμό του λιονταριού, να βλέπει τα έργα του, να τρέμει το φυλλοκάρδι της σαν γυναίκας, για τον άντρα της και τα παιδιά της. Η ζωή του σ' ένα διαρκή κίνδυνο για την ελευθερία και την πατρίδα.
Την περίοδο του εμφυλίου, οργανώνεται ως ομαδάρχης των εθνικών δυνάμεων και υπερασπίζεται τη ζωή χωροφυλάκων και αστυνομικών σταθμών. Από "μπαμπακερή κλωστή η ζήση του κρεμάστεί'" και πάλι πολλές φορές.
Τηρούσε όμως πάντα τις αρχές που είχε διδαχθεί από τους προ­γόνους του, με το βαθύ πνευματικό περιεχόμενο τους και όπως τόνιζε παρατηρούσε ότι επαληθευόταν στη ζωή: Όποιος κάνει κακό το πληρώνει στη ζωή του, τόνιζε, γι' αυτό και γω προσπα­θούσα να μην κάνω, όσο μπορούσα και έλεγε συγκεκριμένα παρα­δείγματα. 'Οταν βλέπεις ένα κακό που πάει να γίνει και δεν το εμποδίζεις, ενώ μπορείς, είναι σαν να το κάνεις και συ, τον συμβούλευε η αντρογυναίκα μάνα του, κόρη του αγωνιστή της επανάστασης του 1866 Κατσαντώνη Ιωάννη ή Αναγνώστη, που πάντα είχε πάνω του ασημένια θήκη με τίμιο ξύλο σωζόμενη μέχρι σήμερα, για να μην τον πιάνουν τα βόλια. Τον συναντούσε μικρό παιδί, άκουγε τις ιστορίες του, καμάρωνε τον παππού και μητροπρόγονό του. Ενθουσιαζόταν που υποσχόταν να του δώσει τα άρματα του όταν θα μεγαλώσει. Απ' αυτόν πήρε και το παρα­τσούκλι του Κατσαντωνόπουλο.
Ευαισθητοποιημένος μ' όλα αυτά από νέος, τα εφάρμοσε στην πράξη. Στον πόλεμο του 40 και στην αντίσταση είδα, πως όποιος κάνει ατιμίες οι σφαίρες τον κυνηγούνε σαν τις ξεμιγισμένες σφίγγες και οι αναποδιές στη ζωή δεν τον αφήνουν να ησυχά­σει, έλεγε. Έτσι εμπόδιζε εκτελέσεις Ιταλών αιχμαλώτων, θεωρώ­ντας ότι άλλο όταν σκοτώνω στη μάχη και άλλο όταν σκοτώνω αιχμάλωτο. Δεν δίστασε να στρέψει το οπλοπολυβόλο του, ενα­ντίον συναγωνιστών του στην Αλβανία, όταν ήθελαν να εκτελέ­σουν αιχμαλώτους που μετέφερε στα μετόπισθεν, λέγοντας τους: Όποιος θέλει να σκοτώσει Ιταλούς να ζητήσει να πάει στην πρώ­τη γραμμή και όχι να κάθεται στα μετόπισθεν και να σκοτώνει αιχ­μαλώτους. Υπήρχαν και ανένπμοι Έλληνες αγωνιστές, στο έπος του 40. Απέτρεψε εκτελέσεις από την αντίσταση, για ασήμαντους λόγους μερικές φορές, ή για θέματα που μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με πιο ήπιους τρόπους, σε μια περίοδο που η ανθρώ­πινη ζωή ήταν πολύ φτηνή. Και άλλους θα έσωζα τόνιζε, αλλά δεν αντιλήφθηκα, ότι ετοιμαζόταν η εκτέλεση τους. Όταν ενημερώ­θηκε για τη λίστα των προς εκτέλεση, που είχε έρθει από το Κάι­ρο, στις αντιστασιακές ομάδες, απέτρεψε την πραγματοποίηση μερικών που πρόλαβε. Καμάρωνε που είχε σώσει ανθρώπους και βλέποντας ότι έζησε 101 χρόνια με πλήρη διαύγεια πνεύματος και καλή υγεία, παραξενευόταν και έλεγε: Ίσως ο Θεός μου χάρι­σε μερικά από τα χρόνια των ανθρώπων που έσωσα.
Ενδιαφερόταν για τα προβλήματα των άλλων, συμβούλευε και καθοδηγούσε, τόνωνε το ηθικό όσων δείλιαζαν την κατοχή και απειλούσαν ότι θα προδώσουν, τον εμπιστευόταν για προσωπικά τους θέματα, υπερασπιζόταν το δίκαιο και διακινδύνευε για τους συνανθρώπους του. Ήρθε σε ένοπλες συγκρούσεις με ζωοκλέφτες για να υπερασπίσει την περιουσία συγχωριανών του, επα­ληθεύοντας το: Όποιος πάλεψε με λιοντάρια δε φοβάται τα σκυλιά. Πολέμησε τη μάστιγα της ζωοκλοπής, την οποία θεω­ρούσε αδικία. Από τους ζωοκλέφτες που συναντούσε στα νυχτο­περπατήματα του δεν έπαιρνε ποτέ τα ζώα που του χάριζαν, για να μη μαγαρίσει και ο ίδιος, όπως τους έλεγε, από την αδικία του ξένου κόπου. Παρενέβαινε για να αποκαταστήσει αδικίες, να αποσοβήσει εντάσεις να συμφιλιώσει. Όπου βρισκόταν κακό δεν άφη­νε να γίνει. Ελεεινολογούσε όσους την μεν κατοχή δε βοηθού­σαν στην αντίσταση, δεν κινδύνεψαν και μετά έκαναν τα παλικά­ρια με τις ζωοκλοπές και τις παρανομίες. Μακάριζε δε τους αντρειωμένους της αντίστασης που διακινδύνεψαν τη ζωή και την περιουσία τους, για την πατρίδα και μετά τον πόλεμο γύρισαν στα σπίτια τους απλοί και έντιμοι άνθρωποι. Διαφωνούσε με τη νοοτροπία ορισμένων νεοκρητικών, που ταύτιζαν το κρητικό ήθος με την παρανομία και την ανεντιμότητα.· Έφευγε για λόγους ασθένειας της γυναίκας του από το χωριό και ένοπλοι συγγενείς και συγχωριανοί του οργανωνόταν από μόνοι τους και φύλαγαν το σπίτι του εκ περιτροπής, για να μη το κλέψουν, λόγω της αντί­θεσης του με τους παράνομους.
Πίστευε στην αξία της οικογένειας και είχε διδαχθεί από τους παλιούς, ότι για να είσαι υγιής και να κάνεις γερά κοπέλια πρέπει να προσέχεις να μη κάνεις καταχρήσεις. Ο ίδιος ποτέ δεν μέθυ­σε, δεν κάπνισε, δεν έκανε καταχρήσεις, δούλευε πολύ, δεν είχε άγχος, ήταν εξωστρεφής, ομιλητικός, κεφάτος, πρωτοχορευτής και πρωτοτραγουδιοτής στις χαρές, αλλά μπροοτάρης και στις δυσκολίες και τους κινδύνους. Εκρηκτικός χαρακτήρας, αλλά έτοιμος να βοηθήσει στην ανάγκη ακόμα και όποιον τον είχε στε­νοχωρήσει. Εγώ μωρέ στη ζωή μου δεν αισθανόμουν φόβο, μα δε γατέχω γι τροζός ήμουν, επανελάμβανε. Το σπίτι του ήταν πάντα ανοιχτό για τους μακροπεραματάρηδες και αργοποριστάδες, τους περιπλανώμενους φτωχούς και ζηπάνους, που άνοιγαν μόνοι τους, έμπαιναν μέσα, έτρωγαν έπιναν και κοιμόταν στην πεζούλα. Τα πιθάρια του ήταν πάντα γεμάτα λάδι, για να δανείζει άτοκα στις δύσκολες εκείνες εποχές, όσους είχαν ανάγκη.
Καμάρωνε να βλέπει τους τέσσερις γιους του να ψάλουν στην εκκλησία του χωριού του και τους προέτρεπε να μάθουν καλή μουσική. Ήθελε τη μόρφωοη και ευτύχησε να τους δει να γίνο­νται δάσκαλοι, καθηγητές, γιατροί, διδάκτορες Πανεπιστημίου, ιερείς. Αν και μεγαλονοικοκύρης ο ίδιος, με μεγάλη αγροτική περι­ουσία, ελαιοτριβεία, νερόμυλους, με φαμέγιους, εργάτες, μυλω­νάδες και μαζώχτρες, δεν εμπόδισε τη μόρφωοη των παιδιών του, την οποία είχε ως πρώτη προτεραιότητα. Οι περιουσίες γι' αυτόν δεν έπρεπε να αποτρέπουν αλλά να είναι βοηθητικό μέσο στη μόρφωση.
Αγάπησε και αγαπήθηκε για όλα αυτά από τον κόσμο που αρκε­τές φορές τον εξέλεξε πρόεδρο. Πρωτόγερος πλέον στο χωριό του, ζώντας μέσα στο θαυμασμό, το σεβασμό και την αγάπη, κοι­τάζοντας πίσω τον ένα αιώνα ζωής του, ευχαριστημένος μονολο­γούσε: Ό,τι και να ζήτησα από το Θεό, μου τόδωσε μα δε γατέ­χω γιάντα, αν και δεν ήμουν εγώ πολλά θρησκευόμενος όπως άλλοι.

Αυτά ήταν μερικά από τα αποτυπώματα ζωής, του Καπετάν -Στελιανού, από το θυελλώδη πέρασμα του από τον ψεύτη ντουνιά. Αγωνίστηκε και έθεσε σε κίνδυνο τη περιουσία του, τη ζωή του, τα παιδιά του, όχι για να πάρει γαλόνια ή εγγλέζικες λίρες, αλλά για να κάνει το χρέος του, για το εμείς και την ελευθερία και όχι για το εγώ. Ο θάνατος γι' αυτόν, όπως και σ' όλους τους αγω­νιστές, δεν ήταν ότι το χειρότερο μπορεί να συμβεί στον άνθρω­πο. Το θάνατο δεν τον φοβούμαι γιατί τον συνάντησα πολλές φορές στη ζωή μου, τόνιζε. Είχαν αποκτήσει οικειότητα και φιλία, επαληθεύοντας το: όποιος δε φοβάται το θάνατο, τον φοβάται ο θάνατος, δεν τρομάζει τίποτα στον κόσμο και είναι ήδη αθά­νατος.     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου