Δοξολογία
και ευχαριστία στη Διδασκαλία των Σύγχρονων Αγίων
Ἂν ἡ ψυχὴ ἔχει τὴν πνευματικὴ λεπτότητα
καὶ εὐχαριστεῖ συνέχεια τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὶς πολὺ μικρὲς δωρεές Του, τότε καὶ
Ἐκεῖνος ἀνταποκρίνεται πολλαπλάσια.
Καὶ γίνεται τὸ ἑξῆς:
εὐγνωμοσύνη ὁ ἄνθρωπος, νέα δῶρα ὁ Θεός.
Ὁσίου
Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου

Η ΓΚΡΙΝΙΑ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΡΑ...
ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!
Γέροντα, που οφείλεται η γκρίνια και πως
μπορείς να την αποφύγεις;
- Στην
κακομοιριά οφείλεται και με την δοξολογία την κάνει κανείς πέρα. Η γκρίνια
γεννά γκρίνια και η δοξολογία γεννά δοξολογία. Όταν δεν γκρινιάζει κανείς για
μια δυσκολία που τον βρίσκει, αλλά δοξάζει τον Θεό, τότε σκάζει ο διάβολος και
πάει σε άλλον που γκρινιάζει, για να του τα φέρει όλα ανάποδα. Γιατί, όσο
γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει.
Μερικές φορές μας κλέβει το ταγκαλάκι
(διάβολος) και μας κάνει να μη μας ευχαριστεί τίποτε, ενώ μπορεί κανείς όλα να τα γλεντάει πνευματικά με δοξολογία και να
έχει την ευλογία του Θεού.
Να, ξέρω κάποιον εκεί στο Όρος που, αν
βρέξει και του πεις «πάλι βρέχει», αρχίζει : «Ναι, όλο βρέχει, θα σαπίσουμε από
την πολλή υγρασία» . Αν μετά από λίγο σταματήσει η βροχή και του πεις «ε, δεν
έβρεξε και πολύ», λέει: «Ναι, βροχή ήταν αυτή; Θα ξεραθεί ο τόπος ...;». Και
δεν μπορεί να πει κανείς ότι δεν είναι καλά στο μυαλό, αλλά συνήθισε να γκρινιάζει. Να είναι λογικός και να σκέφτεται παράλογα!
Η γκρίνια έχει κατάρα. Είναι σαν να
καταριέται ο ίδιος ο άνθρωπος τον εαυτό του, οπότε μετά έρχεται η οργή του
Θεού.
Στην Ήπειρο γνώριζα δύο γεωργούς. Ο ένας
ήταν οικογενειάρχης και είχε ένα - δυο χωραφάκια και εμπιστευόταν τα πάντα στον
Θεό. Εργαζόταν όσο μπορούσε, χωρίς
άγχος. «Θα κάνω ότι προλάβω», έλεγε.
Μερικές φορές άλλα δεμάτια σάπιζαν από την βροχή, γιατί δεν προλάβαινε να τα
μαζέψει, άλλα του τα σκόρπιζε ο αέρας, και όμως για όλα έλεγε «δόξα Σοι ο Θεός»
και όλα του πήγαιναν καλά. Ο άλλος είχε
πολλά κτήματα, αγελάδες κ.λπ. ,δεν είχε και παιδιά. Αν τον ρωτούσες «πώς τα
πας;», «άστα, μην τα ρωτάς», απαντούσε. Ποτέ δεν έλεγε «δόξα Σοι ο Θεός», όλο
γκρίνια ήταν. Και να δείτε, άλλοτε του ψοφούσε η αγελάδα, άλλοτε του συνέβαινε
το ένα, άλλοτε το άλλο. Όλα τα είχε, αλλά προκοπή δεν έκανε.
Για αυτό λέω, η δοξολογία είναι μεγάλη
υπόθεση. Από μας εξαρτάται, αν γευθούμε ή όχι τις ευλογίες που μας δίνει ο
Θεός. Πώς όμως να τις γευθούμε, αφού ο Θεός μας δίνει λ.χ. μπανάνα και εμείς
σκεφτόμαστε τι καλύτερο τρώει ο τάδε εφοπλιστής;
Πόσοι άνθρωποι τρώνε μόνον ξερό παξιμάδι,
αλλά μέρα-νύχτα δοξολογούν τον Θεό και τρέφονται με ουράνια γλυκύτητα! Αυτοί οι άνθρωποι αποκτούν μια πνευματική ευαισθησία
και γνωρίζουν τα χάδια του Θεού. Εμείς δεν τα καταλαβαίνουμε, γιατί η καρδιά
μας έχει πιάσει γλίτσα και δεν ικανοποιούμαστε με τίποτε. Δεν καταλαβαίνουμε
ότι η ευτυχία είναι στην αιωνιότητα και όχι στην ματαιότητα.
Από το βιβλίο «Οικογενειακή ζωή»
Γέροντος Παισιου Αγιορείτου, Λόγοι Δ
Να μετανοείς
και να δοξολογείς το Θεό που δεν επέτρεψε να απολεσθείς από τις αδυναμίες σου» Στάρετς
Αντωνίου της Όπτινα

Στόμα που ευχαριστεί
συνεχώς το Θεό, δέχεται την ευλογία του και καρδιά που εχει μόνιμα την
ευχαριστία δέχεται συνεχώς την αύξηση της χάρης» Άγ. Ισαάκ ο Σύρος
Άγιος
Παΐσιος: – Γέροντα, στενοχωριέμαι γιατί έχω πολλά προβλήματα υγείας.
– Όλα να τα δέχεσαι σαν
μεγάλα δώρα του Θεού. Ο Θεός δεν είναι άδικος. Στον ουρανό θα έχεις πολλά να
απολαύσεις θα έχεις σύνταξη μεγάλη, εάν δεν την μειώσεις μόνη σου με τον
γογγυσμό.
– Πώς, Γέροντα, αφού τώρα δεν νιώθω μέσα μου τον
ουρανό;
– Δε νιώθεις
τον Ουρανό, γιατί δεν δοξολογείς τον Θεό. Όταν ο άνθρωπος κινείται στον χώρο
της δοξολογίας,… χαίρεται με όλα. Υπάρχουν κοσμικοί άνθρωποι που θα μας κρίνουν
εμάς τους μοναχούς.
Να δείτε οι Βεδουίνοι τι ταλαιπωρία περνούν, αλλά
ευχαριστούν τον Θεό και είναι χαρούμενοι!
Το σιτάρι δεν το καθαρίζουν, για να βγάλουν την πέτρα,
αλλά το αλέθουν όπως είναι, και το ψωμί τους είναι όλο πέτρα!
Και οι τροφές τους, φαίνεται, δεν έχουν τα απαραίτητα
συστατικά, ασβέστιο κ.λπ., οπότε τα δόντια τους καταστρέφονται τελείως.
Και βλέπεις Βεδουίνους να έχουν μόνον ένα δόντι και να
χαίρονται σαν να είναι το δόντι μαργαριταρένιο.
Και άλλος του λείπει ένα δόντι και αισθάνεται
μειονεκτικά. Με όλα αυτά που ακούτε, να κινήσθε συνέχεια στην δοξολογία να
δοξάζετε μέρα-νύχτα τον Θεό για τις ευεργεσίες Του.
Μου έλεγε κάποιος επίσκοπος ότι σε έναν ναό, την ώρα
που ο διάκος διάβαζε το Ευαγγέλιο της θεραπείας των δαιμονισμένων των
Γεργεσηνών, ένας άνθρωπος πολύ απλός στεκόταν πίσω από το δεσποτικό και έλεγε
συνέχεια «δόξα σοι ο Θεός».
Αρχίζει ο διάκος: «Τω καιρώ εκείνω ελθόντι τω Ιησού
εις την χώραν των Γεργεσηνών, «δόξα σοι ο Θεός» λέει εκείνος, «υπήντησαν αυτώ
δύο δαιμονιζόμενοι», «δόξα σοι ο Θεός» «χαλεποί λίαν», «δόξα σοι ο Θεός » «και
ιδού ώρμησε πάσα η αγέλη των χοίρων …εις την θάλασσαν», «δόξα σοι ο Θεός».
«Κατάλαβα, μου είπε ύστερα ο επίσκοπος, ότι είχε
δίκαιο αυτός ο απλός άνθρωπος που έλεγε «δόξα σοι ο Θεός» γιατί το «δόξα σοι ο
Θεός» ρίχνει τους δαίμονες στην θάλασσα.
Και εσείς πάντα να λέτε «δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός», μέχρι να
ορμήσει η αγέλη στην θάλασσα .
Η
δοξολογία αγιάζει τα πάντα. Με την δοξολογία διαλύεται ο άνθρωπος από
ευγνωμοσύνη, παλαβώνει με την καλή έννοια, πανηγυρίζει τα πάντα.
Και όταν ο άνθρωπος ευχαριστεί τον Θεό ακόμη και για τα λίγα, έρχεται μετά
τόσο πλούσια η ευλογία του Θεού, που δεν μπορεί να την αντέξη και τότε ο
διάβολος δεν μπορεί πια να σταθεί και φεύγει