Το γέλιο στους Αρχαίους Έλληνες
Το
γέλιο
του
Π.-Φ. Δ. Σκαλτσογιάννη, δ.φ.
Ο
Πλάτων στην Πολιτεία υποστηρίζει ότι στο ιδανικό κράτος που οραματίζεται, οι
φύλακες, οι πολεμιστές δηλαδή οι επιφορτισμένοι με την υπεράσπιση του κράτους
από εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς, θα πρέπει να γελάνε σπανίως! Γιατί άραγε θεωρεί το γέλιο καταδικαστέο;
Γιατί
αντιβαίνει, αντιτίθεται προς την καλοκἀγαθία, το κυρίαρχο ιδεώδες της κλασσικής
αρχαιότητας σε ό,τι αφορά τους ελεύθερους άνδρες. Δεν ταιριάζει σ’ έναν
κύριο, πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες, η σύσπαση των χαρακτηριστικών του προσώπου
που προκαλεί το γέλιο, όπως και τα άλλα συναισθήματα αλλά η ήρεμη, στοχαστική, ελαφρώς μελαγχολική διάθεση. Η πρώτη κατ’
αυτούς είναι αντιαισθητική, ενώ η δεύτερη είναι αισθητικώς αποδεκτή γι’ αυτό
άλλωστε είχαν επιλέξει να την
απεικονίζουν -μόνον αυτήν- στα πρόσωπα που ζωγράφιζαν στα αγγεία ή σμίλευαν
στην πέτρα ή τον ορείχαλκο. Ένας
«καλὸς κἀγαθὸς ἀνὴρ» δεν πρέπει να εξωτερικεύει κατά τρόπο κραυγαλέο τα
συναισθήματά του αλλά να διακρίνεται για την αυτοκυριαρχία του.
Απαράδεκτο, συνεχίζει ο Πλάτων στο ίδιο έργο, να
δείχνουν οι ποιητές, όπως ο Όμηρος, άνδρες να κλαίνε σαν γυναικούλες. (Είχε
στον νου του τον Αχιλλέα ο οποίος παρουσιάζεται από τον Όμηρο να θρηνεί τον
χαμό του Πατρόκλου).
Ασφαλώς
δεν είναι τυχαίο ότι στα αποδεκτά από την εκκλησία Ευαγγέλια πουθενά δεν
παρουσιάζεται ο Χριστός να γελάει σε αντίθεση με τα απόκρυφα, όπου εν γένει ο
Χριστός παρουσιάζεται με πολύ πιο γήινα χαρακτηριστικά.
Ο
Umberto Ecco στο μυθιστόρημά του Το όνομα του ρόδου (Il nome della rosa) εξηγεί
την απώλεια του δεύτερου μέρους του περίφημου έργου του Αριστοτέλη Περί
ποιητικής, που ήταν αφιερωμένο στην κωμωδία, δια της υποθέσεως ότι οι μοναχοί του μεσαίωνα απέφευγαν να το
αντιγράφουν στα scriptoria, γιατί θεωρούσαν το γέλιο αμάρτημα!
Οι Αθηναίοι όμως παράλληλα αναγνώριζαν τον λυτρωτικό
και εξισορροπητικό χαρακτήρα του γέλιου και γι’ αυτό στην πόλη τους άνθησε η
κωμωδία και το σατυρικό δράμα με το οποίο έκλεινε το παίξιμο μιας τριλογίας. Η
ένταση, που προκαλούσε στο κοινό η παρακολούθηση τριών τραγικών έργων στη
σειρά, εκτονωνόταν μέσα από το γέλιο που προκαλούσε το σατυρικό δράμα.
Τι
μας προκαλεί το γέλιο; Τι βρίσκουμε αστείο; Το ετοιμόλογο, την ευστροφία, την
ευγλωττία, την αναπαραστατική ικανότητα του λέγοντος. Αλλά και ο ακούων για να
γελάσει χρειάζεται να βρίσκεται στην κατάλληλη ψυχολογική διάθεση και να διαθέτει
κοινά βιώματα με τον λέγοντα. Επιπλέον: κοινωνικές και πολιτιστικές συμβάσεις
επηρεάζουν την πηγή του γέλιου, το τι βρίσκουμε κωμικό, διασκεδαστικό, αστείο.
Όταν
ο Πλάτων σε διάφορα έργα του αναφέρεται στην παιδεραστία, φαινόμενο που σήμερα
προκαλεί τον αποτροπιασμό, από τα συμφραζόμενα σαφώς προκύπτει ότι πρόθεσή του
είναι όχι να σκανδαλίσει αλλά να διασκεδάσει τους αναγνώστες του!
Ο
κάθε άνθρωπος έχει τη δική του αίσθηση του χιούμορ, βρίσκει διαφορετικά
πράγματα αστεία και για διαφορετικούς λόγους. Ένα είναι σίγουρο: Το γέλιο βοηθά
στην εκτόνωση της εντάσεως που μας προκαλεί η καθημερινότητα. Είναι μια
ευχάριστη ανάπαυλα στη βιομέριμνα. Πολύ σωστά ο Δημόκριτος λέει: «Βίος
ἀνεόρταστος μακρὴ ὁδὸς ἀπανδόκευτος» που σημαίνει: «Ζωή δίχως γιορτή μακρύς δρόμος
χωρίς πανδοχείο».