Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΤΕΛΙΑΝΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ (ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΙΑ)

Εφημερίδα: ΚΡΗΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2010

Στελιανός Καλογεράκης
(Κατσαντωνιά) (1907-2008)
0 Βετεράνος του 40, της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου, που έφυγε


     Συμπληρώνονται δύο χρόνια από την αναχώρηση για την αιω­νιότητα του Καπετάν Στελιανού. Μιας χαρακτηριστικής κρητικής φυσιογνωμίας, με αισθητή την παρουσία της στο πέρασμα του από τη ζωή. Έζησε όλα του τα χρόνια στο χωριό του τον Άι-Γιάννη Αμαρίου, εκτός από τους μήνες που πολέμησε στην Αλβανία. Από νήπιο έμεινε ορφανός από πατέρα, χωρίς ποτέ να τον έχει δει ούτε και σε φωτογραφία, σε εποχές δύσκολες για ορφάνια. Έφε­ρε μέσα του ατόφιο το μαντέμι του γνήσιου κρητικού ήθους, όπως το είχε παραλάβει απ' τους προγόνους του και το μετέδιδε και στους νεώτερους. Ψηλός, στεγνός, αρρενωπός, μαυριδερός, κυπαρισσένιος, χοντροκόκαλος και φαρδοκουταλάτος, με κορακάτα ίσια μαλλιά και μουστάκι μακρύ, που κατέληγε στριμμένο σαν την ουρά του καλαντούρου(σκορπιός). Με σβελτοσύνη Ψηλορειτιανού αγριόγατου στις κινήσεις του και στο χορό. Μάτια γερακιού στο κοίταγμα του, που έστελναν αστραπιαία τα μηνύματα στο σκλη­ρό δίσκο του εγκεφάλου και έβγαζε γρήγορα συμπεράσματα. Ετοιμόλογος, αξιοπρεπής, θαρραλέος, γεμάτος ζωντάνια και κέφι,χορευτής και τραγουδιστής, ξεχείλιζε από νιάτα και ζωή στην ακμή του.
      Καύχημα του ήταν οι πατροπρόγονοί του, που κατά την οικογενειακή παράδοση, προερχόταν από τους Καλογερήδες της Σαμαριάς με σπουδαιότερο γόνο τους τον ηρωικό Καλογερογιάννη. 
       Ο Καλογερογιάννης, δεν ανεχόταν να ποδοπατούν και να εξευτελίζουν τους γείτονες, τους φίλους και αδελφωχτούς Σελινιώτες. Μαζί με άλλα μέλη της οικογένειάς του και χωριανών του, δημιουργούσαν συνεχείς προστριβές με τα ανθρωπόμορφα τέρατα των Γενιτσάρων της οικογένειας Βέργερη του Απανηχωριού και της Αγίας Ειρήνης. Γενίτσαροι από την φύση τους οι άλλοτε Ενετοί άρχοντες, που αλλαξοπίστησαν, καταδυνάστευαν τον ντόπιο χριστιανικό πληθυσμό, της περιοχής του Λάκου, Σγουράφου και των οικισμών της Αγίας Ειρήνης, που ξεπερνούσαν τις περισσότερες φορές κάθε μορφή ανθρώπινης υπόστασης. Έστειλε λοιπόν ο Καλογερογιάννης, μήνυμα στον Γενίτσαρο της οικογένειας Βέργερη και τον προέτρεπε να σταματήσει τα αίσχη, που διέπραττε κατά των χριστιανών της περιοχής. Ο Βέργερης αυτή την πρόσκληση τη θεώρησε μεγάλη προσβολή, ένας γκιαούρης, να τον προκαλεί και να τον προτρέπει έτσι. Προσποιήθηκε ότι δεν ενοχλήθηκε από την πρόκληση αυτή και με σκοπό να σκοτώσει τον Καλογερογιάννη, τον προσκάλεσε στο πυργόσπιτό του, τάχατες  να τον φιλοξενήσει και να συζητήσουν το θέμα.
                         Έλα Γιάννη Καλόγερε, κάτω εις το κονάκι
                         να σφάξωμε ένα μαρτί, να κάμουμε ζεφτάκι.
   Κατ΄ άλλους, που είναι ίσως και η πιο επικρατέστερη άποψη, του έστειλε μια μπάλα(σφαίρα). Δείγμα ότι θα το σκότωνε, όπου και όταν θα τον συναντούσε. Ο Καλογερογιάννης αδούλωτος καθώς ήταν, αλλά και παράτολμος, έφυγε να συναντήσει τον Γενίτσαρο. Δεν πήγε από το Ξυλόσκαλο, που το παραφύλαγαν οι τούρκοι, αλλά από την Αγιά Ρουμέλη. Μπήκε στην Τρυπητή και το Βουκιλάσι και ήλθε στα Σελινιώτικα.
  Μόλις ο Βέργερης έμαθε την παρουσία του στην περιοχή, βγήκε από το πυργόσπιτό του μαινόμενος και οργισμένος. Δεν περίμενε την παρουσία του Σφακιανού στην περιοχή του και τάβαλε, κατά που τόχε συνήθειο, με τους χριστιανούς της περιοχής του Λάκκου Σγουράφου, ευρισκόμενος σε κραιπάλη από το κρασί, που είχε καταναλώσει.
   Συνάντησε τον Καλογερογιάννη σε δασώδη και ξέμακρη περιοχή. Πιάστηκαν στα χέρια, αφού προηγουμένως προηγήθηκε έντονη λογομαχία με βρισιές και κατάρες αναμεταξύ τους. Ο γενίτσαρος έβγαλε την πιστόλα του και σαν άριστος μαχητής και σκοπευτής  που ήταν, πέτυχε τον Καλογερογιάννη  στον μηρό. Αλλά και ο Καλογερογιάννης  αντάξιός του, ανταπέδωσε και αυτός με τον ίδιο τρόπο και τραυμάτισε τον Βέργερη. Όρμησε αμέσως, κατά πάνω του με το μαχαίρι και τον αποτέλειωσε με απανωτές και θανατηφόρες μαχαιριές, πριν καλά καλά αντιδράσει ο αλλόπιστος. Οι Σελινιώτες του έκτισαν σπίτι διόροφο στη Σαμαριά ως ευγνωμοσύνη, που υπάρχει μέχρι σήμερα. 
  Η είδηση, για τον άθλο του Καλογερογιάννη ξεσήκωσε τους Γενίτσαρους του Σελίνου και των Χανίων. Κατά που το συνήθιζαν, έπρεπε οπωσδήποτε να εκδικηθούν για τον θάνατο του Βέργερη, σκοτώνοντας τον ίδιο ή τους συγγενείς του ή και να καταστρέψουν ολόκληρη την Σαμαριά.
  Παραφύλαγαν την είσοδο του Σαμαριανού Φαραγγιού, αλλά δεν τολμούσαν, όμως να την παραβιάσουν, γιατί γνώριζαν, τι τους περίμενε. Αναζητούσαν τον Καλογερογιάννη παντού. Αυτός τραυματισμένος καθώς ήταν, με πολύ δυσκολία μπορούσε να κινείται στην κακοτράχαλη περιοχή. Έτσι τραυματισμένο τον ανακάλυψαν οι διώκτες του,  στην περιοχή της Αχλάδας. Τον περικύκλωσαν και αφού τον εγκλώβισαν ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, άδειασαν τα όπλα τους στο τραυματισμένο σώμα του. Και άψυχο το σώμα του παλληκαριού, προκαλούσε δέος στους εκτελεστές του, οι οποίοι συνέχιζαν να το πυροβολούν, ασταμάτητα μέχρι που πλησίασαν το πτώμα του, φοβούμενοι, μήπως σηκωθεί και ανταποδώσει στα θανατηφόρα πυρά τους. Πολλοί συγγενείς του  έφυγαν στη συνέχεια από τη Σαμαριά, στο Αμάρι και σε άλλα μέρη της Κρήτης, για να ξεφύγουν από τη μανία των Τούρκων .
    Ο καπετάν Μητροφάνης, ήταν αδελφός του  Καλογερογιάννη της Σαμαριάς, γι’ αυτό και ο αδελφός του ο Καλογερομανώλης πρόγονος των Καλογερήδων του Άι-Γιάννη Αμαρίου έδωσε στο γιό του το όνομα Γιάννης, ο μετέπειτα Καλογερογιάννης του Άι-Γιάννη. Ο καπετανοκαλόγερος της Ι. Μονής Ασωμάτων Αμαρίου, Καπετάν Μητροφάνης ήταν ηρωική μορφή. Βλέποντας τα δει­νά των συμπατριωτών του δεν άντεξε. Συλλογίστηκε πως «καλό είναι το αρνί, μα όταν έχεις γύρω σου λύκους, όπως οι Τούρ­κοι, καλύτερο είναι το λιοντάρι». Έτσι εμπλέκεται στην Κρητική επανάσταση του 1821, επικεφαλής σώματος επαναστατών. Μετά την καταστολή της, περνά στην Πελοπόννησο μαζί με άλλους, ηγείται Κρητών και συνέχισε τον αγώνα. Επιστρέφει στο μονα­στήρι του αργότερα και σκοτώνει τον Αγά από το Βαθιακό που ερχόταν στο χωριό του και ενοχλούσε. Γίνεται ο φόβος και ο τρό­μος των γνωστών για την αγριότητα τους Αμπαδιωτών Τούρκων, όπως μαρτυρούν οι ιστορικές πηγές της εποχής. Πολλές χανούμισσες είχε αφήσει χήρες και τουρκόπουλα ορφανά, που πίεζαν για τον ξολοθρεμό του. Επικηρύσσεται, γίνεται χαΐνης και κατα­διώκεται από τα ειδικά αποσπάσματα που κατέφθασαν από το Μεγάλο Κάστρο. Η ανδρειοσύνη του γίνεται τραγούδι: "Αυτό δεν είναι αντρειά, μονόναι τουρτουλούσι, να κυνηγούν Καλόγερο εφτά χιλιάδες Τούρκοι". Σε ενέδρα όμως των νιζάμηδων έξω από το μοναστήρι του τραυματίζεται, κόβουν το κεφάλι του, το κρα­τούν ως τρόπαιο, περνούν από το χωριό του και ρωτούν τις γυναί­κες που συναντούν αν αναγνωρίζουν την κεφαλή. Η δύστυχη μάνα του με κραυγές τους δίνει την ηρωική απάντηση: "Ποιος σκύλοι, δε γνωρίζει την κεφαλή του παιδιού του; Μα ήττα θαρρεί­τε; Πως εσκοτώσετε τον Μητροφάνη θα χαθεί η Χριστιανότης; Όχι δεν χάνεται." 'Ηταν ο άλλος "Ξωπατέρας" της Μονής Ασω­μάτων.
  Από τους 7 πρωτομπαρμπάδες  εξ αίματος του Καπετάν-Στελιανού, οι 4 σκοτώθηκαν: Οι 2 πέθαναν στη φυλακή, ο πρώτος γιατί σκότωσε Τουρκοκρητικό μπουρμά(εξωμότη-αρνησίθρησκο) από το Χορδάκι και ο δεύτερος για φόνο, ο τρίτος σκοτώθηκε στη δίνη βεντέτας και ο τέταρτος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς.
       Είχε 46 πρωτοξαδέλφια εξ αίματος. Από τους 23 πρωτοξαδέρφους του, οι 5 σκοτώθηκαν: Ο πρώτος  πέθανε από τις κακουχίες του πολέμου του 1940, ο δεύτερος σκοτώθηκε στη μάχη της Κρήτης, ο τρίτος και ο τέταρτος εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς, ο πέμπτος φονεύθηκε στις μετεμφυλιακές διενέξεις. Ο ίδιος έζησε και είδε 62 απογόνους του.  Παιδιά 5,  εγγόνια 18, δισέγγονα 38.
Είχε περάσει στο DNA του Καπετάν Στελιανού αυτό το ήθος, μεγαλώνοντας με τέτοιες ιστορίες από μικρό παιδί και μαθαίνο­ντας από νωρίς τα τσαλίμια της αντρειάς, γι' αυτό και συνέχισε στην ίδια πορεία. Η γιαγιά του η Καλογερογιάννενα πικραμένη που δυο της γιοί πέθαναν στη φυλακή, βλέποντας τον στην εφηβεία του, ζωηρό, ατίθασο, ορφανό, τον συμβούλευε: «Πρόσεχε παιδί μου μη κάμεις τη στράτα των μπαρμπάδων σου». «Δυό πρωτομπαρμπάδες μου πέθαναν στη φυλακή και είμαι και ’γώ από κιουσάς»,  έλεγε και ο ίδιος, όταν διαολιζόταν ή «το ρύζι μου δεν σηκώνει πολύ νερό», «για τον ψίλο καίω το πάπλωμα»κ.α.     
      Έζησε τη φρίκη του ελληνοϊταλικού πολέμου, οργανώθηκε στην αντίσταση, διακινδύνεψε στην θύελλα του εμφυλίου. Αισθάνθηκε επανειλημμένα τα χνώτα του χάρου δίπλα του, όπως όταν είδε να γίνονται κομμάτια οι συμπολεμιστές του στην Αλβανία, από εχθρική βόμβα, στο μέρος από το οποίο πριν από λίγο είχε απομακρυνθεί.
     Προδίδεται στους Γερμανούς, ότι περιθάλπει στο σπίτι του επι­κηρυγμένους αντιστασιακούς. Κυκλώνεται το σπίτι του τη νύχτα από τις κατοχικές δυνάμεις και πείθει τον επικεφαλή ότι ξέρει που μένουν και φεύγουν για έρευνα δήθεν, δίνοντας την ευκαιρία στους εγκλωβισμένους να διαφύγουν.
     Γερμανός αξιωματικός άλλοτε, βρίσκει χειροβομβίδες στο σπίτι του και δεν τον εκτελεί. Υπήρχαν και Γερμανοί Αξιωματικοί που δεν ήταν Ναζιστές. Τους Γερμανούς, έλεγε τους είχα ψυχολογή­σει, γι' αυτό και τους έπαιζα στα δάκτυλα μου. Αν σε έβλεπαν φοβισμένο, σε θεωρούσαν ύποπτο και τίποτα να μην είχες κάνει και σε άρχιζαν τα βασανιστήρια. Αν ψύχραιμο και αεράτο δεχό­ταν τις έξυπνες δικαιολογίες και τη γλίτωνες
     Οργανώνει τη διαφυγή της Μπαντουβού (γυναίκα του οπλαρχηγού Μπαντουβά), και του έφηβου γιού της, που μήνες κρυβόταν στο αρχοντόσπιτο του θείου του Καλογεροσταύρου, όταν πλέον είχε προδοθεί η διαμονή της στο χωριό και είχαν αρχίσει έρευνες οι Γερμανοί..
     Πηγαίνοντας σφαίρες στο ντορβά με την κάτασπρη φοράδα του, στους Βοσκάκηδες στη Νίθαυρη, που ήταν στην αντίσταση, απ' τις εκατοντάδες που είχε φέρει στην πλάτη του απ' την Αλβα­νία, συναντάται με Γερμανικό απόσπασμα. Δεν μπορεί να διαφύγει.Το παίζει ψύχραιμος, άνετος, αδιάφορος. Τους μιλά δυνατά και κεφάτα όπως συνήθιζε, γιατί με τα μεταπατήματα της φοράδας του ακουγόταν ο μεταλλικός ήχος από τις σφαίρες. Τον αναγνωρίζουν ως πρόεδρο του Άϊ-Γιάννη Καμαρώνουν την περιστερή φοράδα του με τον τοξωτό λαιμό, την πλούσια χαίτη και τα πλουμιστά σελοσκαλοχάλινά της. Τη χαϊδεύουν ακουμπούν στον ντορβά, χωρίς να αντιληφθούν το περιεχόμενο του. Η παροιμιώ­δης αυτοκυριαρχία του, το θάρρος και η ευστροφία του, τον βοη­θούσαν να γλιτώνει από τα αγκαλιάσματα του Χάρου στις δύσκο­λες αυτές εποχές.
       Κατεβάζει και καταστρέφει μια χειμωνιάτικη νύχτα, τη μεγάλη Γερμανική σημαία απ' την Αϊγιαννιώτικη κορφή, που δέσποζε σαν σύμβολο κατοχής, από το Λιβυκό πέλαγος και τον κάμπο της Μεσσαράς μέχρι τον Ψηλορείτη και το Κέντρος  και πείθει το Γερ­μανό αξιωματικό στη συνέχεια ότι ήταν τυχαίο γεγονός και όχι σαμποτάζ για να μην προβούν σε εκτελέσεις στο χωριό και έχει το κρίμα στο λαιμό του.
     Τρώει και πίνει με αντάρτες και Εγγλέζους κατασκόπους στον οντά του, και στο ισόγειο καταφθάνουν χωρίς να το αντιληφθούν Γερμανοί, που τον ζητούν ως πρόεδρο. Ακούει τη γυναίκα του, την πραγιά, αρισμαροβιτσοβεργάτη και καλατρούσα Στελιανή, όπως της τραγουδούσε, να τον ειδοποιεί. Πώς άντεξε η κακομοί­ρα και δεν έσπασε η καρδιά της, 73 χρόνια μαζί του να ακούει δίπλα της το βρυχηθμό του λιονταριού, να βλέπει τα έργα του, να τρέμει το φυλλοκάρδι της σαν γυναίκας, για τον άντρα της και τα παιδιά της, χωρίς να  ακούει τις συμβουλές της ότι θα σκοτώσουν οι Γερμανοί τον ίδιο, τα κοπέλια του και θα κάψουν το σπίτι του με τα επικίνδυνα παιγνίδια που κάνει. Αυτό ήταν το μεγαλείο των ανθρώπων της αντίστασης. Μπήκαν στους  κινδύνους των ίδιων, των παιδιών τους, της περιουσίας τους, εθελούσια, δεν τους επιβλήθηκε, όπως γίνεται  στην υποχρεωτικότητα της συμμετοχής στους  πολέμους.
     Οι Γερμανοί υποψιάζονται-πληροφορούνται τη δράση του. Συλλαμβάνεται και στήνεται για εκτέλεση στην εκκλησία του χωριού του, μαζί με τον πρωτοξάδελφό του Παπά-Στελιανό Καλογεράκη. Οι γυναίκες ουρλιάζουν ότι θα σκοτώσουν το Στελιανό. Δεν τα χάνει, δεν περιμένει μοιρολατρικά το τέλος του, αντιδρά, βγαίνει από τη γραμμή εκτέλεσης διαμαρτυρόμενος, ενώ ο Γερμανός έχει οπλίσει το οπλοπολυβόλο και σημαδεύει. Προσποιείται πειστικά άγνοια των κατηγοριών, αναφέρει ονόματα αξιωματικών που ως Πρόεδρος γνώριζε, ζητά τον επικεφαλή αξιωματικό και ακυρώνεται η εκτέ­λεση. «Ο άντρας μωρέ πρέπει να βγάζει αντρέ ακόμα και μπροστά στο θάνατο», τόνιζε. «Σίμωσε να ακούσεις μυρωδιά αντρούς» έλεγε άλλοτε σε φίλους του χαριτολογώντας.
    Η ζωή του, η οικογένειά του, η περιουσία του, εθελούσια και ανυστερόβουλα σ' ένα διαρκή κίνδυνο για την ελευθερία και την πατρίδα.
      Την περίοδο του εμφυλίου, οργανώνεται ως ομαδάρχης των εθνικών-παραστρατιωτικών δυνάμεων και υπερασπίζεται τη ζωή χωροφυλάκων και αστυνομικών σταθμών. Συμμετέχει σε ενέδρες της χωροφυλακής και γλυτώνει από ενέδρες. Από "μπαμπακερή κλωστή η ζήση του κρεμάστει'" και πάλι πολλές φορές.
     Τηρούσε όμως πάντα τις αρχές που είχε διδαχθεί από τους προ­γόνους του, με το βαθύ πνευματικό περιεχόμενο τους και όπως τόνιζε παρατηρούσε ότι επαληθευόταν στη ζωή: Όποιος κάνει κακό το πληρώνει στη ζωή του, τόνιζε, γι' αυτό και γω προσπα­θούσα να μην κάνω, όσο μπορούσα και έλεγε συγκεκριμένα παρα­δείγματα. 'Οταν βλέπεις ένα κακό που πάει να γίνει και δεν το εμποδίζεις, ενώ μπορείς, είναι σαν να το κάνεις και συ, τον συμβούλευε η αντρογυναίκα μάνα του, κόρη του αγωνιστή της επανάστασης του 1866 Κατσαντώνη Ιωάννη ή Αναγνώστη(1817-1916), που πάντα είχε πάνω του ασημένια θήκη με τίμιο ξύλο σωζόμενη μέχρι σήμερα, για να μην τον πιάνουν τα βόλια. Τον συναντούσε μικρό παιδί, άκουγε τις ιστορίες του, καμάρωνε τον παππού και μητροπρόγονό του. Ενθουσιαζόταν που υποσχόταν να του δώσει τα άρματα του όταν θα μεγαλώσει. Απ' αυτόν πήρε και το παρα­τσούκλι του Κατσαντωνόπουλο.
   Ο Αναγνώστης - Ιωάννης Κατσαντώνης ήταν διακεκριμένος αγωνιστής του 1866, ατρόμητο παλικάρι, που πολέμησε συνολικά σε 63 μάχες στη ζωή του. Στις επαναστάσεις 1878 και 1889 ήταν υπαρχηγός της επαρχίας Αμαρίου και αργότερα πληρεξούσιος της επαρχίας. Ο πρίγκιπας Γεώργιος,Ύπατος αρμοστής-ηγεμόνας της νεοσύστατης Κρητικής πολιτείας, το 1899 που επισκέφθηκε το Άνω Μέρος, τον ασπάστηκε στο μέτωπο σε ένδειξη σεβασμού στο μεγάλο αγωνιστή.
Στην Καλόειδενα συχνά κατέφευγε, επικηρυγμένος από τους Τούρκους. Ήταν άνθρωπος πολύ πιστός και ενάρετος. Κάποιες φορές είχε ακούσει αγγελική λειτουργία εκεί, ενώ η εκκλησία ήταν άδεια. Και μια φορά, που προσευχόταν μέσα, άκουσε μια φωνή να του λέει «φύγε, φύγε!», βγήκε έξω και είδε τούρκικο ασκέρι ν’ ανηφορίζει για να τον πιάσει. Ο οπλαρχηγός του 1866 Ιωάννης Αναγνώστης Κατσαντώνης από το χωριό Άνω Μέρος της επαρχίας Αμαρίου, γέρος πια (αρχές του εικοστού αιώνα), έφευγε από το χωριό όταν έσφαζαν τους χοίρους, γιατί οι σκληρές τωνε (οι κραυγές τους) του θύμιζαν, όπως έλεγε, τα ουρλιαχτά των χριστιανών όταν τους έσφαζαν οι Τούρκοι.
          Κι η Κρητική Μούσα, δεν ξέχασε κι αυτή να υμνήσει τις πολεμικές αρετές του ήρωα:
«Νάσανε ούλοι οι αρχηγοί ωσάν τον Κατσαντώνη,
ήθελα κάμουν την Τουρκιά να μη πολυξαπλώνει». Και ο προπάππους του Καπετάν Στελιανού, Αντώνης Κατσαντώνης (1775-1828), αναφέρεται ως γενναίος άνδρας ονομαστός για τα ανδραγαθήματά του.
        Ευαισθητοποιημένος μ' όλα αυτά από νέος, τα εφάρμοσε στην πράξη. Στον πόλεμο του 40 και στην αντίσταση και στον εμφύλιο είδα, πως όποιος κάνει ατιμίες οι σφαίρες τον κυνηγούνε σαν τις ξεμιγισμένες σφίγγες και οι αναποδιές στη ζωή δεν τον αφήνουν να ησυχά­σει, έλεγε. Έτσι εμπόδιζε εκτελέσεις Ιταλών αιχμαλώτων, θεωρώ­ντας με την ευθυκρισία που τον διέκρινε, ότι άλλο όταν σκοτώνω στη μάχη και άλλο όταν σκοτώνω αιχμάλωτο. Δεν δίστασε να στρέψει το οπλοπολυβόλο του, ενα­ντίον συναγωνιστών του στην Αλβανία, όταν ήθελαν να εκτελέ­σουν αιχμαλώτους που μετέφερε στα μετόπισθεν, λέγοντας τους: Όποιος θέλει να σκοτώσει Ιταλούς να ζητήσει να πάει στην πρώ­τη γραμμή της μάχης και όχι να κάθεται στα μετόπισθεν και να σκοτώνει αιχ­μαλώτους. Υπήρχαν και ανέντιμοι Έλληνες αγωνιστές, στο έπος του 40.
      Απέτρεψε εκτελέσεις από τους σκληρούς της αντίστασης, όταν θεωρούσε ότι οι λόγοι δεν ήταν σημαντικοί, ή για θέματα που μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με πιο ήπιους τρόπους, σε μια περίοδο που η ανθρώ­πινη ζωή ήταν πολύ φτηνή.
    Μπορούσε να είχε τιμωρήσει σκληρά ανθρώπους που τον είχαν θέσει σε κίνδυνο στους Γερμανούς, αλλά δεν το έκανε.  Για όποιον και αν έλεγα στις ανταρτικές ομάδες ή στο Ζωϊδαντώνη, ότι είναι επικίνδυνος να προδώσει, ήταν θέμα ημερών η ζωή του. Μου είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη.
 Και άλλους θα έσωζα τόνιζε, αλλά δεν πρόλαβα, δεν αντιλήφθηκα, ότι ετοιμαζόταν η εκτέλεση τους. Όταν ενημερώ­θηκε για τη λίστα των προς εκτέλεση, που είχε έρθει από το Κάι­ρο, στις αντιστασιακές ομάδες, απέτρεψε την πραγματοποίηση μερικών που πρόλαβε. Τόνιζε όμως:«Το μόνο που φοβούμαι είναι η αμαρτία γιατί παρατηρώ στη ζωή ότι την πληρώνεις ακριβά». Είδα κοντοχωριανό μου να σκοτώνει αιχμάλωτο Ιταλό και όταν επιστρέψαμε στα χωριά μας και παίρνει φωτιά το σπίτι του και του καίγονται δύο γιοί, σκέφτηκα: Τώρα πληρώνει για το Ιταλό αιχμάλωτο που σκότωσε.
      Καμάρωνε που είχε σώσει ανθρώπους και βλέποντας ότι έζησε 101 χρόνια με πλήρη διαύγεια πνεύματος και καλή υγεία, παραξενευόταν και έλεγε: Ίσως ο Θεός μου χάρι­σε μερικά από τα χρόνια των ανθρώπων που έσωσα.
       Ενδιαφερόταν για τα προβλήματα των άλλων, συμβούλευε και καθοδηγούσε, τόνωνε το ηθικό όσων δείλιαζαν την κατοχή και απειλούσαν ότι θα προδώσουν, τον εμπιστευόταν για προσωπικά τους θέματα, υπερασπιζόταν το δίκαιο και διακινδύνευε για τους συνανθρώπους του. Παρενέβαινε για να αποκαταστήσει αδικίες, να αποσοβήσει εντάσεις να συμφιλιώσει. Όπου βρισκόταν κακό δεν άφη­νε να γίνει.
      Ήρθε σε ένοπλες συγκρούσεις με ζωοκλέφτες για να υπερασπίσει την περιουσία συγχωριανών του, επα­ληθεύοντας το: « Όποιος πάλεψε με λιοντάρια δε φοβάται τα σκυλιά». Πολέμησε τη μάστιγα της ζωοκλοπής, την οποία θεω­ρούσε αδικία. Από τους ζωοκλέφτες που συναντούσε στα νυχτο­περπατήματα του δεν έπαιρνε ποτέ τα ζώα που του χάριζαν, για να μη μαγαρίσει και ο ίδιος, όπως τους έλεγε, από την αδικία του ξένου κόπου. Ελεεινολογούσε όσους την μεν κατοχή δεν βοηθού­σαν στην αντίσταση, δεν κινδύνεψαν και μετά έκαναν τα παλικά­ρια με τις ζωοκλοπές και τις παρανομίεςΜακάριζε δε τους αντρειωμένους της αντίστασης που διακινδύνεψαν τη ζωή και την περιουσία τους, για την πατρίδα και μετά τον πόλεμο γύρισαν στα σπίτια τους απλοί και έντιμοι άνθρωποι. Διαφωνούσε με τη νοοτροπία ορισμένων νεοκρητικών, που ταύτιζαν το κρητικό ήθος με την παρανομία και την ανεντιμότητα.· Έφευγε για λόγους ασθένειας της γυναίκας του από το χωριό και ένοπλοι συγγενείς και συγχωριανοί του οργανωνόταν από μόνοι τους και φύλαγαν το σπίτι του εκ περιτροπής, για να μην το κλέψουν, λόγω της αντί­θεσης του με τους παράνομους.
      Πίστευε στην αξία της οικογένειας και είχε διδαχθεί από τους παλιούς, ότι για να είσαι υγιής και να κάνεις γερά κοπέλια πρέπει να προσέχεις να μη κάνεις καταχρήσεις. Ο ίδιος ποτέ δεν μέθυ­σε, δεν κάπνισε, δεν έκανε καταχρήσεις, δούλευε πολύ, δεν είχε άγχος, ήταν εξωστρεφής, ομιλητικός, κεφάτος, πρωτοχορευτής και πρωτοτραγουδιστής στις χαρές, αλλά μπροστάρης και στις δυσκολίες και τους κινδύνους. Εκρηκτικός χαρακτήρας, αλλά έτοιμος να βοηθήσει στην ανάγκη ακόμα και όποιον τον είχε στε­νοχωρήσει. «Εγώ μωρέ στη ζωή μου δεν αισθανόμουν φόβο, μα δε γατέχω γι τροζός ήμουν», επαναλάμβανε.
     Το σπίτι του ήταν πάντα ανοιχτό για τους μακροπεραματάρηδες και αργοποριστάδες, τους περιπλανώμενους φτωχούς και ζητιάνους, που άνοιγαν μόνοι τους, έμπαιναν μέσα, έτρωγαν έπιναν και κοιμόταν στην πεζούλα. Τα πιθάρια του ήταν πάντα γεμάτα λάδι, για να δανείζει άτοκα στις δύσκολες εκείνες εποχές, όσους είχαν ανάγκη.
     «Επειδή είχα αρσενικά κοπέλια, είχα έγνοια μη κάμουνε τη στράτα των μπαρμπάδων μου, γι’ αυτό δεν τα εμπόδισα από τα γράμματα και τη θρησκεία» έλεγε. Καμάρωνε να βλέπει τους τέσσερις γιους του να ψάλουν στην εκκλησία του χωριού του και τους προέτρεπε να μάθουν καλή μουσική. Ήθελε τη μόρφωση και ευτύχησε να τους δει να γίνο­νται Δάσκαλοι, Καθηγητές, Γιατροί, Λυκειάρχες, Δ/ντές κλινικών μεγάλων νοσοκομείων, Επιθεωρητές, Διδάκτορες Πανεπιστημίου, Ιερείς. Αν και μεγαλονοικοκύρης ο ίδιος, με μεγάλη αγροτική περι­ουσία, ελαιοτριβεία, νερόμυλους, με φαμέγιους, εργάτες, μυλω­νάδες και μαζώχτρες, δεν εμπόδισε τη μόρφωση των παιδιών του, την οποία είχε ως πρώτη προτεραιότητα. Οι περιουσίες γι' αυτόν δεν έπρεπε να αποτρέπουν αλλά να είναι βοηθητικό μέσο στη μόρφωση.
     Αγάπησε και αγαπήθηκε για όλα αυτά από τον κόσμο που αρκε­τές φορές τον εξέλεξε πρόεδρο. Πρωτόγερος πλέον επί χρόνια στο χωριό του, ζώντας μέσα στο θαυμασμό, το σεβασμό και την αγάπη, κοι­τάζοντας πίσω τον ένα αιώνα ζωής του, ευχαριστημένος μονολο­γούσε: «Ό,τι και να ζήτησα από το Θεό, μου τόδωσε μα δε γατέ­χω γιάντα», αν και δεν ήμουν εγώ πολλά θρησκευόμενος όπως άλλοι.

     Αυτά ήταν μερικά από τα αποτυπώματα ζωής, του Καπετάν -Στελιανού, από το θυελλώδη πέρασμα του από τον ψεύτη ντουνιά. Αγωνίστηκε και έθεσε σε κίνδυνο τη περιουσία του, τη ζωή του, τα παιδιά του, όχι για να πάρει γαλόνια ή εγγλέζικες λίρες, όπως άλλοι, αλλά για να κάνει το χρέος του, για το εμείς και την ελευθερία και όχι για το εγώ. 
    Για την προσφορά του στους εθνικούς αγώνες τιμήθηκε από την Ελληνική πολιτεία με μετάλλιο και με σύνταξη αντιστασιακού και με Εύφημο Μνεία από τον Διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων Μεσογείου, Στρατηγό Αλεξάντερ.
   Ο θάνατος γι' αυτόν, όπως και σ' όλους τους αγω­νιστές, δεν ήταν ότι το χειρότερο μπορεί να συμβεί στον άνθρω­πο. 
    «Το Χάρο δεν τον φοβούμαι γιατί τον συνάντησα και παλέψαμε πολλές φορές στη ζωή», τόνιζε. Είχαν αποκτήσει οικειότητα και φιλία, επαληθεύοντας το: «όποιος δε φοβάται τον θάνατο, τον φοβάται ο θάνατος, δεν τρομάζει τίποτα στον κόσμο και είναι ήδη αθά­νατος».     


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου