Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Βαθιακό - Μέλαμπες - Επισκοπή, αιτία τουρκικής επέμβασης στην Κρήτη.


Βαθιακό - Μέλαμπες - Επισκοπή, αιτία τουρκικής επέμβασης  στην Κρήτη

       Η Κρήτη υπήρξε η περιοχή, που πέρασε μια σκληρή και απάνθρωπη δουλεία στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Ο Ολλανδός γεωγράφος Ντάπερ στο βιβλίο του περί Κρήτης γράφει: «Ουδεμία χώρα και ουδεμία επαρχία του Οθωμανικού κράτους διοικείται χειρότερον της Κρήτης. Οι Τούρκοι μικροί και μεγάλοι πράττουσιν ό,τι θέλουσι…αι τελεταί των βαπτίσεων και των γάμων διεξάγονται μετά φόβου και τρόμου, ίνα μη οι Τούρκοι ίδωσι την νύμφην και αρπάσωσιν αυτήν από τας χείρας του γαμβρού». Το ίδιο αναφέρει και ο Άγγλος ιστορικός Σμίθ: «Η Κρήτη υπήρξε προ του 1821 η χειρότερη διοικούμενοι περιοχή της Τουρκικής Αυτοκρατορίας». Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ ολόκληρη η Πελοπόννησος είχε ένα μόνο Πασά, σχεδόν πάντοτε απόντα, η Κρήτη είχε τρεις «καθημένους επί του τραχήλου της». Ένα στο Ηράκλειο ένα στο Ρέθυμνο και ένα στα Χανιά επισημαίνει ο εθνικός ιστορικός Παπαρηγόπουλος. Μαύρη σκλαβιά είχε απλωθεί παντού. Δουλεία σκληρή, βάναυση και αβάσταχτη, περισσότερο απ’ όποιο άλλο μέρος της Ελλάδας, λόγω του απομονωμένου του νησιού. «Η επιβίωση του χριστιανικού πληθυσμού, γράφουν οι περιηγητές της εποχής στην Κρήτη, είναι εφιαλτική». Πολλοί δεν άντεξαν και αλλαξοπίστησαν. Ειδικά η στάση των Γενιτσάρων ήταν αχαλίνωτη  ασύδοτη, ανεξέλεγκτη, ανυπάκουη,  σε βαθμό που έγινε τραγούδι:
 «Θυμηθείτε τσι καιρούς, που στέλνανε στην Κρήτη τσι Πασάδες και οπίσω τσι γιαέρνανε οι Γενιτσαραγάδες».
Κανένας δεν μπορούσε να τους περιορίσει, ούτε ο Πασάς του Ηρακλείου, ούτε και ο Σουλτάνος, που έψαχνε αφορμή να τους υποτάξει και να σταματήσει έτσι τον εξευτελισμό, που προκαλούσαν στο γόητρό του.
       Η αφορμή δόθηκε το 1812 από το μικρό χωριό του Αμαρίου Βαθιακό, το οποίο στην τουρκοκρατία έζησε ημέρες δόξας, τιμών και μεγαλείου. Το κατοικούσαν πολλοί τούρκοι, γιατί πάνω απ’ αυτό ήταν περίφημος Κούλες, οχυρό, με στρατό που επιτηρούσε την περιοχή, είχε οπτική επαφή με άλλα φρούρια και συνεννοούντο με τις φωτιές και τον καπνό, που ήταν από την αρχαιότητα τρόπος επικοινωνίας.
      Το 1812  ο Αμπαδιώτης Γενίτσαρος Μπραήμ Αγακάκης  από το Βαθιακό, σκότωσε τον Καπετάν Γιακουμή από τις Μέλαμπες. Οι χωριανοί του γυναίκες και άντρες, χωρίς τουφέκια κατόρθωσαν να τον πιάσουν και να τον πετσοκόψουν. Οι σύντροφοί του παρακολούθησαν από μακριά την εκτέλεσή του από το «Σελί των Μπίκηδων» που γλεντούσαν, κατά τον ιστορικό Μουρέλο. Σε δύο μέρες πηγαίνουν στις Μέλαμπες Αμπαδιώτες Γενίτσαροι και Τούρκοι  από το Βαθιακό γνωστοί για την αγριότητά τους και σκοτώνουν μέσα στις Μέλαμπες 72, άνδρες, γέρους, γυναίκες και παιδιά, που δεν πρόλαβαν να φύγουν στα βουνά.
         Οι Μελαμπιανοί θάβουν τους νεκρούς και εκλέγουν μια αντιπροσωπεία, που με κόπο και κίνδυνο, μυστικά, πήγε στο Μεγάλο Κάστρο να παραπονεθεί στον Σαμήρ Μπεκήρ Πασά. Είναι χαρακτηριστική της ανεξέλεγκτης δύναμης των γενιτσάρων η απάντηση που τους έδωσε ο Πασάς: «Ίντα να σάσε κάμω κακομοίρηδες, που σκοτώσατε Γενίτσαρο και κανείς δεν τολμά να σας υπερασπιστεί, ούτε εγώ ο ίδιος. Μόνο το καλό που σας θέλω τραβήξετε πάλι πίσω ένας-ένας, όπως ήρθετε, για να μη σας υποψιαστούνε, γιατί θα χαθείτε κι άλλοι και κάτσετε στ’ αυγά σας». Γυρίζοντας πίσω όμως έτυχε να συναντήσουν τον Πισκοπιανό παπά-Μανώλη, που οι τούρκοι ατίμασαν την κόρη του και τον καταδίκασαν να κρατεί το κερί την ώρα του βιασμού. Ετοιμαζόταν να πάει στην Κωνσταντινούπολη να ζητήσει την τιμωρία από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, τον μετέπειτα εθνομάρτυρα και άγιο. Στέλνουν τότε οι Μελαμπιανοί δύο αντιπροσώπους των μαζί με το παπά –Μανώλη. Αυτά τα γεγονότα, που ανέφεραν στον Πατριάρχη, εκείνος τα μετέφερε στον Σουλτάνο Μαχμούτ Χάν το Δίκαιο, που η προσωνυμία του φανέρωνε το καλό του ήθος. Στενοχωρήθηκε για τα αίσχη που άκουσε να γίνονται στην επικράτεια του, μα περισσότερο για την απάντηση του Πασά στους Μελαμπιανούς και την αδυναμία του να ελέγξει την κατάσταση. Αποφάσισε και με τις διπλωματικές προτροπές του Πατριάρχη, να θέσει τέλος στην ασυδοσία των Γενιτσάρων της Κρήτης, που περιφρονούσαν την ισχύ του.
         Διάλεξε λοιπόν τον Χατζή-Οσμάν Πασά, ένα γενναίο Κούρδο, που αποβιβάζεται με στρατό στη Σούδα. Συμμαχεί με τους Χαΐνιδες και τους εξοπλίζει. Ήταν η πρώτη φορά που στην Κρήτη ένοπλα χριστιανικά  σώματα συνεργάζονται με τους Τούρκους, όπως ήταν οι Αρματωλοί στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αρχίζει τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των ανυπότακτων Γενιτσάρων από τα Χανιά, τον Αποκόρωνα, το Σέλινο, την Κίσσαμο, καίγοντας τα κονάκια και τα σεράγια τους και κρεμώντας τους στους πλατάνους, στους οποίους πριν αυτοί κρεμούσαν τους Χριστιανούς, έστω και για μικρές κατηγορίες.   Στον ενάμισι χρόνο που έμεινε Πασάς στην Κρήτη, σκότωσε γύρω στους 1000 άγριους και ανυπότακτους Γενίτσαρους και Εσπέχηδες, στα Χανιά και στο Ρέθυμνο, που βασάνιζαν αδικαιολόγητα τους χριστιανούς και καταρράκωναν το κύρος της Υψηλής Πύλης. Έπιασε τότε αρκετούς Αμπαδιώτες Γενίτσαρους και Οξούζηδες του Μυλοποτάμου και τους κρέμασε, κατά το συνηθισμένο τρόπο εκτέλεσης που εφάρμοζε.
        Πολλές παραδόσεις και θρύλοι έφεραν τον Οσμάν Πασά ως κρυπτοχριστιανό, που υποκρινόταν ότι δεν γνώριζε ελληνικά, ενώ ήταν μεγάλης μόρφωσης ελληνικής και τουρκικής. Άλλη παράδοση τον έφερνε ως Διάκο ή Καλόγερο ονόματι Βασίλειο, έμπιστο του Πατριάρχη, που ο Γρηγόριος, μεταμφίεσε σε Τούρκο και τον παρουσίασε στο Σουλτάνο για να του υποσχεθεί το ξεπάστρεμα των Γενιτσάρων της Κρήτης.
       Οι πλούσιοι Ηρακλειώτες Γενίτσαροι φοβισμένοι, βλέποντας ότι έρχεται και η σειρά τους, στέλνουν απεσταλμένους στην Κωνσταντινούπολη και δωροδοκώντας με πολύ χρυσάφι, επιτυγχάνουν την ανάκληση του Οσμάν Πασά. Οι Γενίτσαροι πανηγυρίζοντας, καβαλάρηδες έτρεχαν παντού να αναγγείλουν την είδηση της απομάκρυνσης του προστάτη των Χριστιανών λέγοντας: «Έφυγε ο παπά-Γιάννης σας ταβλόπιστοι, τώρα θα δείτε ίντα θα πάθετε».
      Το τι επακολούθησε μετά την απομάκρυνση του Οσμάν Πασά δεν περιγράφεται, καθώς αναφέρουν οι ξένοι περιηγητές της εποχής. Ειδικά οι γυναίκες μαρτύρησαν. Καταδικαζόταν να χορεύουν γυμνές πάνω σε ρόβι, ή στα σκάγια ή στα περιχυμένα με λάδι σανίδια των οντάδων, για να μη μπορούν να σταθούν όρθιες, ενώ ο μαύρος δούλος γυμνός τις κυνηγούσε με το καμτσίκι, κτυπώντας εκείνες που δεν κατόρθωναν να στέκουν όρθιες να χορεύουν. Πολλές φορές βιαζόταν από  τους τούρκους θαμώνες. Τέλος όσες τους περίσσευαν, τις παρέδιναν στους δούλους των και στους «αράπηδες της Βεγγάζης» για να οργιάσουν, λέγοντας: «Άνθρωποι είναι  και αυτοί οι κακομοίρηδες! άς γλεντήσουν με των ταβλόπιστων τσι γυναίκες. Ίντα θαρρείς πως δε θέλουνε και αυτές. Ίντα θ’ αναζητήξουνε, τσι μισοπεθαμένους άντρες τους, που δεν έχουνε δύναμη να μετασηκώσουνε τα πόδια τους».   
        Πόσες κοπέλες βιάστηκαν μπροστά  στους γονείς των, που αν τολμούσαν να διαμαρτυρηθούν να κλάψουν ή να αναστενάξουν κάν, αυτοί και η κόρη του σφαζόταν. Πόσες έβγαιναν με κομμένα στήθη από τα κονάκια των Αγάδων επειδή δεν υπέκυπταν στις ορέξεις των και πέθαιναν από την αιμορραγία. Τις υποχρέωναν να βάλλουν τα στήθη τους στη κόψη της κασέλας και τον αράπη να χορεύει πάνω στο καπάκι μέχρι να κοπούν.
      Σε πόσες νεαρές μητέρες δεν έστειλε ο Γενίτσαρος δώρο πάνω στο δίσκο, το κεφάλι του μοναχογιού τους, επειδή δεν ενέδιδαν. Πόσες στις αναμπουμπούλες δεν άλειφαν το σώμα τους και τα πρόσωπά τους με ανθρώπινες ακαθαρσίες για να είναι αποκρουστικές στους τυράννους και να αποφύγουν την ατίμωση. Πόσες δεν πουλήθηκαν σκλάβες στα χαρέμια της ανατολής και στα σκλαβοπάζαρα της Αφρικής. Η τιμή πώλησης μιας νεαρής γυναίκας, ήταν όσο ενός αλόγου, αναφέρουν οι ιστορικές πηγές.
      Ο Γερμανός περιηγητής Σίμπερ αναφέρει, πως μόνο για να γελάσουνε στη γιορτή του Μπαϊραμιού, έβαναν στο σημάδι το χριστιανό που η κακή του μοίρα τον έφερνε να περάσει από μπροστά τους, και πολλές φορές έπεφτε  με δέκα συγχρόνως σφαίρες πάνω στο κορμί του. Άλλους σκότωναν επειδή τόλμησαν να τραγουδήσουν την ημέρα του Πάσχα. Άλλοι αγγάρευαν περαστικούς Ρωμιούς να τους πηγαίνουν στην πλάτη τους στους οντάδες τους σαν υποζύγια. Όλα αυτά ήταν αιτία ο λαός να πιστεύει ότι «Τούρκος καλός, μόνο νεκρός».
       Ο μόνος φόβος τους ήταν η εκδίκηση των αντρειωμένων επαναστατών, Χαιΐνιδων αλλά και κρυπτοχριστιανών, που και αυτοί δεν προλάβαιναν. Τέτοιοι ήταν, ο κρυπτοχριστιανός Αρχιγενίτσαρος της Μεσσαράς, Χουσεΐν Κουρμούλης, ο Ξωπατέρας αργότερα  και ο περιώνυμος για την ανδρεία του στην Αμπαδιά την περίοδο αυτή, Καπετάν Μητροφάνης (Καλογεράκης), ο οποίος μετά τη δράση του στην επανάσταση του 1821 στην Κρήτη και στην Πελοπόννησο, επιστρέφει και σκοτώνει τον Γενιτσαραγά από το Βαθιακό, επειδή ήλθε στο χωριό του τον Αϊ-Γιάννη Αμαρίου και έβαλλε τις γυναίκες να χορεύουν γυμνόστηθες στο ρόβι. Επικηρύσσεται πολλά γρόσια το κεφάλι του και αρχίζει μια θρυλική καταδίωξη, από τους Αμπαδιώτες Γενίτσαρους, συνεπικουρούμενους από Μπέηδες, Εσπέχηδες, Νιζάμηδες, Σπαχήδες, Σουμπάσηδες, που κατέφθασαν από το μεγάλο Κάστρο. Ο αγώνας του γίνεται λαϊκό τραγούδι: «Αυτό δεν είναι αντρειά, μονόναι  τουρτουλούσι να κυνηγούν Καλόγερο εφτά χιλιάδες Τούρκοι». Τέλος  σε ενέδρα, έξω από το μοναστήρι του των Ασωμάτων, τραυματίζεται, συλλαμβάνεται, αποκεφαλίζεται. Το κεφάλι  σε ντορβά μέσα, το πηγαίνουν και το δείχνουν στη μάνα του και μετά με πομπή και τυμπανοκρουσίες, ως τρόπαιο και λάφυρο πολύτιμο, στο μεγάλο Κάστρο για να πληρωθούν, όπως προέβλεπε το Οθωμανικό δίκαιο, για τους επικεφαλείς των επαναστατών και τους διακεκριμένους για ανδρεία, που είχαν ντροπιάσει την Τουρκιά. Των απλών επαναστατών πήγαιναν τα κομμένα αυτιά των, για να πάρουν το μπαξίσι. Υπάρχουν Ευρωπαίοι περιηγητές της εποχής, που γράφουν ότι είδαν πέντε και οχτώ χιλιάδες ανθρώπινα αυτιά σε σπάγκους περασμένα.
       Όλα αυτά είχαν οδηγήσει σε αλλεπάλληλες επαναστάσεις, το 1821,1840,1866 με το Αρκάδι, το1897,αλλά και σε τραγική μείωση του πληθυσμού την περίοδο αυτή. Το 1818 ο Γάλλος Πρόξενος στα Χανιά Λαρούζης, αναφέρει ότι μέσα σε 8 χρόνια από τότε που έφυγε ο Οσμάν Πασάς τούρκεψαν στο Σέλινο μόνο, 2.811 άνδρες.
      Από τις 265.000 μικτού πληθυσμού της Κρήτης, οι 125.000 ήσαν μουσουλμάνοι και στο μεγαλύτερο μέρος εξισλαμισμένοι χριστιανοί, φανατισμένοι και επιθετικοί περισσότερο από τους τουρκογενείς. Υπήρχαν χωριά «με πεντέξι άνδρες μέσα σε 100 και 200 γυναίκες», αναφέρει ο ιστορικός Μουρέλος Ι., μέχρι που ήλθε μέσα από αγώνες και θυσίες, η αυτονομία και η ένωση το1913, που σε λίγο θα γιορτάσουμε.
                     ΕΥΤΥΧΙΟΣ  Σ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ
          Σύμβουλος  Δευτ/θιας  Εκπ/σης  Πελοποννήσου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου